Οι πορείες μας διασταυρώθηκαν. Ο ένας απέναντι στον άλλον. Κοιταχτήκαμε. Παρατεταμένα. Με ένταση. Δεν βρήκαμε τίποτα να πούμε. Ώστε, λοιπόν, αυτό ήταν;
Πήγα στο γραφείο της για μια “Καλημέρα” στο πόδι. Μαύρο, μοβ και ξανθό τα χρώματά της. Η “αποστασιοποίησή” μου είναι στη θεωρία. Κάθε συνάντηση μαζί της μια προσωπική ήττα.
Σκεπτόμουν “Χαμένα πήγαν τα λόγια, τα γραπτά μου” όταν στο πλατύσκαλο διασταυρώθηκαν οι τροχιές μας. Στα μαύρα, όμορφη, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο μου είπες “Καλημέρα!”. Τινάχτηκαν, έτσι, όλα στον αέρα.
Συναντήθηκαν. Τυχαία. Χαιρετήθηκαν. Ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό της ότι τη στιγμή που συναντήθηκαν η σκέψη του την είχε ήδη αγκαλιασμένη.
Συζητούσαμε. “Μα αγάπη μου. . .” ξεκίνησα μια πρόταση. Πώς το ξεστόμισα; Εγώ που ποτέ δε χρησιμοποιώ τέτοιες εκφράσεις! Είχε γίνει! Δεν αντέδρασες. Το σημείωσες; Όχι; Ο Θεός γνωρίζει. Μπήκα σε σκέψεις. . .