Συζητούσαμε. “Μα αγάπη μου. . .” ξεκίνησα μια πρόταση. Πώς το ξεστόμισα; Εγώ που ποτέ δε χρησιμοποιώ τέτοιες εκφράσεις! Είχε γίνει! Δεν αντέδρασες. Το σημείωσες; Όχι; Ο Θεός γνωρίζει. Μπήκα σε σκέψεις. . .
Γιορτές. Βόλτα. Προθήκες καταστημάτων. Το κινητό με καίει. Θέλω να σου στείλω “Σε σκέφτομαι”. Είναι αδύνατο. Σεβάστηκα το Status Quo. Αδίκησα τα αισθήματά μου.
“Δε νομίζω να έδωσα τέτοιο στίγμα” του είπε όταν της χάρισε ένα πρωτοχρονιάτικο μικροδωράκι. “Ας το αφήσουμε αυτό, είναι μεγάλη ιστορία. Κανένας δε γνωρίζει τι στίγμα δίνει” της απάντησε και την αγάπησε λίγο ακόμα. . .
Δεν απάντησε στο τηλεφώνημα της. Ήθελε ένα μήνυμά της ή, πολύ περισσότερο, ένα ηχητικό μήνυμά της στον τηλεφωνητή του για να κρατήσει τη φωνή της για πάντα.
Ακόμη κι αν γίνει το θαύμα και διαβάσεις αυτές τις γραμμές πάλι δε θα καταλάβεις ότι για σένα μιλώ. Πληρώνουμε, αλλά έχουμε την ησυχία μας. Είναι κρίμα.
Συναντήθηκαν. Στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Οι ώμοι τους άγγιξαν. Συνομίλησαν, έτσι, για ένα λεπτό. Χωριστήκαν. Όλη τη μέρα τον ζέσταινε το άγγιγμα αυτό.
Μπήκε στο Metroμε τη δωρεάν εφημερίδα. Κάθισε. Την ξεφύλλισε. Όταν τελείωσε την έβαλε πίσω από τον κώλο της. Στην επόμενη στάση κατέβηκε σαν κυρία. Το φύλλο έμεινε τσαλακωμένο και ορφανό. . .
Ήταν τρελός! “Είναι γνωστό ότι σας έχω αδυναμία!” της είπε. Κι εκείνη, ούτε καν χαμήλωσε το βλέμμα. Απόμεινε ν’ αναρωτιέται αν θα θέριζε ποτέ όσα είχε σπείρει. . .
Ο κ. καθηγητής τσίμπησε πάλι αξίωμα. Ατυχώς, και πέραν της όποιας αξίας του σε επιστημονικό επίπεδο, παραμένει άξεστος, απαξιωτικός, ακοινώνητος και, τελικώς, αντιπαθέστατος και όχι και τόσο κύριος. . .
Γκρίζο, μακρύ, μαλλί. Χωρίστρα στη μέση, στιλ “Χριστός”. Λεπτοκαμωμένος, με ένα σακίδιο στην πλάτη. Πάντοτε ανοίγει και διαβάζει ένα βιβλίο. Σήμερα, 06:30 το πρωί, με μαύρα γυαλιά ηλίου. Ο “Άγιος Ονούφριος”!
Κίτρινο μπλουζάκι. Ντεκολτέ, δίχως σουτιέν. Σπασμένο πρόσωπο. Ο αριστερός οφθαλμός, ελαφρώς, του δεξιού μεγαλύτερος. Στο απέναντι κάθισμα. Αισθάνθηκα άβολα.
Ξυρισμένο κεφάλι, μαύρο, αθλητικό, φανελάκι, σκούρο μπλε παντελόνι φόρμας, χρυσή καδένα, μπανάνα σταυρωτά στο στήθος. Νεαρός. Ένα mp3 playerκρεμασμένο στο λαιμό του. Στο απέναντι κάθισμα. Μου ζάλισε τα α. με τα σκουπίδια που έβγαιναν από των αυτούκλων του τα ακουστικά.
Χτυπά το τηλέφωνο. Απαντώ. Στην άλλη άκρη η Μ. Τόσα χρόνια μετά. Συζήτηση για θέματα υπηρεσιακά. Μοιάζει να υπάρχουν πράγματα που θυμόμαστε κι οι δυο. Τίποτα άλλο.